affaticarsi

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

affaticarsi < affaticare

Ρήμα[επεξεργασία]

affaticarsi (it)

  1. κάνω