affordable
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | affordable |
| συγκριτικός | more affordable |
| υπερθετικός | most affordable |
affordable (en)
- προσιτός ως προς την τιμή
The prices are affordable.
- Οι τιμές είναι προσιτές.
- ≠ αντώνυμα: unaffordable