akin

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

akin < a- + kin

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /əˈkɪn/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

akin (en)

  • συγγενής, συγγενικός, απ' το ίδιο σόι, ομόαιμος