akuzativ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

akuzativ (cs) αρσενικό

  1. (γραμματική) η αιτιατική