alíkilíkɔsɔ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λινγκάλα (ln) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

alíkilíkɔsɔ (ln)