Μετάβαση στο περιεχόμενο

αρουραίος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀρουραῖος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αρουραίος οι αρουραίοι
      γενική του αρουραίου των αρουραίων
    αιτιατική τον αρουραίο τους αρουραίους
     κλητική αρουραίε αρουραίοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Ένας αρουραίος.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αρουραίος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀρουραῖος, εννοείται το ουσιαστικό μῦς (ο ποντικός των αγρών) < ἄρουρα (θηλυκό, η καλλιεργημένη γη)[1] < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂erh₃- (οργώνω)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ɾuˈɾe.os/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αρουαίος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αρουραίος αρσενικό

  1. (θηλαστικό ζώο) είδος τρωκτικού, το οποίο μοιάζει με μεγάλο ποντίκι
  2. (μεταφορικά, ειρωνικό) πανούργος, πονηρός

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

αρχαία ελληνικά:

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. αρουραίος - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.