αρουραίος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρουραίος αρουραίοι
γενική αρουραίου αρουραίων
αιτιατική αρουραίο αρουραίους
κλητική αρουραίε αρουραίοι
αρουραίος

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρουραίος < ουσιαστικοποιημένο επίθετο, από το αρχαίο ἀρουραῖος μῦς (ποντικός των χωραφιών)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρουραίος αρσενικό

  1. (ζωολογία) είδος τρωκτικού, το οποίο μοιάζει με μεγάλο ποντίκι

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]