allein

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

allein (de)

  1. μόνος

Επίρρημα[επεξεργασία]

allein (de)

  1. μόνο

Σύνδεσμος[επεξεργασία]

allein (de)

  1. αλλά