amγar

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Καβυλικά (kab) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

amγar αρσενικό (θηλυκό: tamγart)

  1. ο γέρος