ammiraglio

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ammiraglio < αραβική amīr

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ammiraglio (it)

  1. ναύαρχος