ναύαρχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ναύαρχος ναύαρχοι
γενική ναυάρχου
& ναύαρχου
ναυάρχων
& ναύαρχων
αιτιατική ναύαρχο ναυάρχους
& ναύαρχους
κλητική ναύαρχε ναύαρχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ναύαρχος < αρχαία ελληνική ναύαρχος < ναῦς + ἄρχω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ναύαρχος αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο ανώτατος βαθμός στο Πολεμικό Ναυτικό
  2. τιμητική προσφώνηση για ανώτατους αξιωματικούς του ναυτικού με τον βαθμό του υποναυάρχου και του αντιναυάρχου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]