apoteko

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

apoteko < apotek + -o

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

apoteko (eo)