araneo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

araneo < arane + -o

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

araneo (eo)

Ίντο (io) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

araneo < arane + -o

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

araneo (io)