arbetstillstånd

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Σουηδικά (sv) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

arbetstillstånd (sv) ουδέτερο

  1. άδεια εργασίας