arrogate

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

arrogate (en)

  • διεκδικώ, προβάλλω διεκδικήσεις πάνω σε κάτι χωρίς να έχω δικαιώματα