artyčok

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

artyčok (cs) αρσενικό

  1. η αγκινάρα