Μετάβαση στο περιεχόμενο

asthma

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

asthma (en) (μη μετρήσιμο)

  • το άσθμα
    παράδειγμα  For years, he has been suffering from asthma.
    Χρόνια υποφέρει από άσθμα.