astronomical
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | astronomical |
| συγκριτικός | more astronomical |
| υπερθετικός | most astronomical |
Επίθετο
[επεξεργασία]astronomical (en)
- (χωρίς παραθετικά) αστρονομικός, σχετικός με την αστρονομία
astronomical observations - αστρονομικές παρατηρήσεις
- (ανεπίσημο) αστρονομικός, υπέρμετρος
The amounts are astronomical for someone who does not have insurance coverage abroad.
- Τα ποσά είναι αστρονομικά για κάποιον που δεν έχει ασφαλιστκή κάλυψη στο εξωτερικό.