attainable
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | attainable |
| συγκριτικός | more attainable |
| υπερθετικός | most attainable |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]attainable (en)
- επιτεύξιμος, επιτευκτός, κατορθωτός
achievable objectives - επιτευκτές/επιτεύξιμες επιδιώξεις
Do you consider this attainable?
- Το θεωρείς εσύ κατορθωτό αυτό;
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη achievable