Μετάβαση στο περιεχόμενο

aviation

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

aviation (en) (μη μετρήσιμο)

  • η αεροπορία, αεροπορικός
    παράδειγμα  commercial aviation - εμπορική αεροπορία
    παράδειγμα  The reporting that covered the funerals of the victims of the aviation tragedy bordered on sensationalism.
    Το ρεπορτάζ που κάλυψε της κηδείες των θυμάτων της αεροπορικής τραγωδίας, κινήθηκε στα όρια του κιτρινισμού.



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

aviation (fr)