Μετάβαση στο περιεχόμενο

avoine

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
avoine < λατινική avena

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.vwan/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
avoine avoines

avoine (fr) θηλυκό