βρώμη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | βρώμη | ||
| γενική | της | βρώμης | ||
| αιτιατική | τη | βρώμη | ||
| κλητική | βρώμη | |||
| Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βρώμη < αρχαία ελληνική βρόμος
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βρώμη θηλυκό
- (φυτό) δημητριακό (επιστημονική ονομασία Avena sativa)
- (φαγητά) ο καρπός του δημητριακού με το ίδιο όνομα
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- βρόμη, η ετυμολογικά ορθή γραφή της λέξης (σε μικρότερη / σπανιότερη χρήση από ότι το «βρώμη»)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
βρώμη στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] βρώμη
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βρώμη θηλυκό
- άλλη μορφή του βρῶμα
Πηγές
[επεξεργασία]- βρώμη - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- βρώμη - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Φυτά (νέα ελληνικά)
- Φαγητά (νέα ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)