Μετάβαση στο περιεχόμενο

βρώμη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η βρώμη
      γενική της βρώμης
    αιτιατική τη βρώμη
     κλητική βρώμη
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Καρπός βρώμης

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βρώμη < αρχαία ελληνική βρόμος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈvɾo.mi/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βρώμη θηλυκό

  1. (φυτό) δημητριακό (επιστημονική ονομασία Avena sativa)
  2. (φαγητά) ο καρπός του δημητριακού με το ίδιο όνομα

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]
  • βρόμη, η ετυμολογικά ορθή γραφή της λέξης (σε μικρότερη / σπανιότερη χρήση από ότι το «βρώμη»)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βρώμη θηλυκό