havre

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

havre < havene < μέση ολλανδική havene

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /?ɑvʁ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
havre havres

havre (fr) αρσενικό

  1. (παρωχημένο ή ιδιωματικό) μικρό φυσικό ή τεχνητό λιμάνι, καλά προφυλαγμένο, συνήθως στην εκβολή ενός ποταμού
  2. (μεταφορικά, λόγιο) καταφύγιο, λιμάνι
     συνώνυμα: abri, port, refuge