biodiversity
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]biodiversity (en) (μη μετρήσιμο)
- (οικολογία) η βιοποικιλότητα
The south-east exhibits the greatest biodiversity of freshwater fish in the country.
- Η νοτιοανατολική περιοχή παρουσιάζει τη μεγαλύτερη βιοποικιλότητα ψαριών γλυκού νερού στη χώρα.