Μετάβαση στο περιεχόμενο

biodiversity

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
biodiversity < bio- + diversity

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

biodiversity (en) (μη μετρήσιμο)

  • (οικολογία) η βιοποικιλότητα
    παράδειγμα  The south-east exhibits the greatest biodiversity of freshwater fish in the country.
    Η νοτιοανατολική περιοχή παρουσιάζει τη μεγαλύτερη βιοποικιλότητα ψαριών γλυκού νερού στη χώρα.