bona fide

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Δείτε επίσης

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

bona fide (en)

  • καλόπιστα, μη δόλια, μη βλαπτικά, καλής πίστης, αξιόπιστα, καλοπιστία, καλή τη πίστει, καλόπιστα

Επίθετο[επεξεργασία]

bona fide (en)

  • καλόπιστος, καλής πίστης, αξιόπιστος, μη βλαπτικός, μη δόλιος, μη κακοπράγμων