bona fide

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Δείτε επίσης

Αγγλικά (en) [edit]

Open book 01.svg Επίρρημα[edit]

bona fide (en)

  • καλόπιστα, μη δόλια, μη βλαπτικά, καλής πίστης, αξιόπιστα, καλοπιστία, καλή τη πίστει, καλόπιστα

Open book 01.svg Επίθετο[edit]

bona fide (en)

  • καλόπιστος, καλής πίστης, αξιόπιστος, μη βλαπτικός, μη δόλιος, μη κακοπράγμων