Μετάβαση στο περιεχόμενο

brada

Από Βικιλεξικό

Κροατικά (hr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

brada (hr) θηλυκό

  1. το πηγούνι
  2. το γένι



Σλοβακικά (sk)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

brada (sk) θηλυκό

  • brada - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025



Σλοβενικά (sl)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

brada (sl) θηλυκό