Μετάβαση στο περιεχόμενο

bubbly

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
bubbly < bubble + -ly

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός bubbly
συγκριτικός bubblier
υπερθετικός bubbliest

bubbly (en)

  1. αφρώδης, σαμπανιζέ
    παράδειγμα  a bubbly wine - αφρώδης οίνος
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη fizzy
  2. (ανεπίσημο) ζωηρός, για ένα άτομο που είναι πάντα χαρούμενο, φιλικό και ενθουσιώδες
    παράδειγμα  a bubbly personality - ζωηρή προσωπικότητα
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη lively

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

bubbly (en) (μη μετρήσιμο)