Μετάβαση στο περιεχόμενο

caissière

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

caissière (fr) θηλυκό

  1. (οικονομία, επάγγελμα) η γυναίκα που κρατά ή διευθύνει το ταμείο, διενεργώντας εισπράξεις και πληρωμές
  2. (επάγγελμα) η έμμισθη υπάλληλος που ασχολείται με την οικονομική διαχείριση μιας εταιρείας, ενός οργανισμού, ενός ιδρύματος