caissier

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Γαλλικά (fr) [edit]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [edit]

caissier < caisse

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[edit]

caissier 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό caissier caissiers
θηλυκό caissière caissières

caissier (fr)

  1. ταμίας

Συγγενικές λέξεις[edit]

  • δείτε τη λέξη: caisse