calculation
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| calculation | calculations |
calculation (en)
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) ο υπολογισμός
I cannot rule out the possibility of an error in my calculations.
- Δεν μπορώ να αποκλείσω τη δυνατότητα ενός σφάλματος στους υπολογισμούς μου.