Μετάβαση στο περιεχόμενο

calculation

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
calculation < calculate + -ion

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
calculation calculations

calculation (en)