Μετάβαση στο περιεχόμενο

cessation

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
cessation cessations

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

cessation (fr) θηλυκό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

cessation (en)