cherry tomato

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

cherry tomato (en)

  1. το ντοματίνι