Μετάβαση στο περιεχόμενο

childless

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
childless < child + -less

Επίθετο

[επεξεργασία]

childless (en) (χωρίς παραθετικά)

  • άτεκνος, άκληρος, χωρίς παιδιά
    παράδειγμα  Many childless couples are looking to adopt a child.
    Πολλά άτεκνα ζευγάρια ζητούν να υιοθετήσουν ένα παιδί.