coerceo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

coerceo <

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

coerceo (la)

  1. συγκρατώ
  2. εγκλείω