Μετάβαση στο περιεχόμενο

colleague

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
colleague colleagues

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

colleague (en)

  • ο συνάδελφος
    παράδειγμα  He invited his colleagues to his wedding.
    Κάλεσε τους συναδέλφους του στον γάμο του.