communico

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

communico < communis

Ρήμα[επεξεργασία]

communico

  1. κοινοποιώ
  2. ανακοινώνω
  3. μεταδίδω
  4. μετέχω

Κλίση[επεξεργασία]