ανακοινώνω

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Ελληνικά (el) [edit]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [edit]

ανακοινώνω < αρχαία ελληνική ἀνακοινόω-ἀνακοινῶ

Open book 01.svg Ρήμα[edit]

ανακοινώνω (παθητικό:ανακοινώνομαι)

  1. δηλώνω κάτι δημοσίως και επισήμως, είτε προφορικά είτε γραπτά
    Η Ρωσία ανακοίνωσε ότι δεν θα κάνει καμία εξαίρεση στο εμπάργκο
    Ανακοινώθηκαν τα νέα μέτρα για το τέλος ακινήτων
  2. γνωστοποιώ με σχετική επισημότητα
    Μαρία σου ανακοινώνω ότι το air condition δεν θα ξαναλειτουργήσει στο σπίτι μας αν δεν βρει δουλειά κι ο κανακάρης και η κορούλα σου, γιατί η σύνταξή μου δεν φτάνει για τη ΔΕΗ!
    Μου ανακοίνωσε ψυχρά ότι αγαπάει άλλη!

Συγγενικές λέξεις[edit]

Κλίση[edit]

  • η παθητική φωνή δόκιμη στο γ΄ πρόσωπο
  • επιβιώνουν οι αρχαιόκλητοι τύποι ανακοινωθείς, ανακοινωθείσα, ανακοινωθέν


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[edit]