γνωστοποιώ

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Ελληνικά (el) [edit]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [edit]

γνωστοποιώ < γνωστός + ποιώ

Open book 01.svg Ρήμα[edit]

γνωστοποιώ (παθητικό: γνωστοποιούμαι)

  1. κάνω γνωστό κάτι σε κάποιον, πληροφορώ για κάτι

Συγγενικές λέξεις[edit]

Κλίση[edit]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[edit]