notify
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | notify |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | notifies |
| αόριστος | notified |
| παθητική μετοχή | notified |
| ενεργητική μετοχή | notifying |
Ρήμα
[επεξεργασία]notify (en)
- ειδοποιώ, γνωστοποιώ
Those interested should be notified right away!
- Να ειδοποιηθούν οι ενδιαφερόμενοι αμέσως!