Μετάβαση στο περιεχόμενο

notify

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας notify
γ΄ ενικό ενεστώτα notifies
αόριστος notified
παθητική μετοχή notified
ενεργητική μετοχή notifying

notify (en)

Συγγενικά

[επεξεργασία]