conceivable
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]conceivable (en) (χωρίς παραθετικά)
- νοητός, νοηματικά αντιληπτός, που μπορούμα να τον αντιληφθούμε
It is not conceivable that you would risk your life.
- Δεν είναι νοητό να διακινδυνεύσεις τη ζωή σου.