Μετάβαση στο περιεχόμενο

conceivable

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
conceivable < conceive + -able

Επίθετο

[επεξεργασία]

conceivable (en) (χωρίς παραθετικά)

  • νοητός, νοηματικά αντιληπτός, που μπορούμα να τον αντιληφθούμε
    παράδειγμα  It is not conceivable that you would risk your life.
    Δεν είναι νοητό να διακινδυνεύσεις τη ζωή σου.