Μετάβαση στο περιεχόμενο

condo

Από Βικιλεξικό

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
condo < λείπει η ετυμολογία

condo (la)

  1. κτίζω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

condo (pl)

  1. διαμέρισμα