Μετάβαση στο περιεχόμενο

condo

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
condo < λείπει η ετυμολογία

condo (la)

  1. κτίζω

Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

condo (pl)

  1. διαμέρισμα