Μετάβαση στο περιεχόμενο

connectome

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

connectom (en)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

connectome (en)

  • το δικτύωμα, το συνδεσμολόγιο, το πλήρες-ακριβές σχεδιάγραμμα των διασυνδέσεων και των λοιπών στοιχείων ενός κυκλώματος
    • (κατ' επέκταση, πλέον συνηθέστερο) το νοοδικτύωμα, δικτύωμα υπολογισμού μα κυρίως νόησης
      (ανώτερου υπολογισμού σε σχέση με: α. το περιβάλλον, β. τον συστημικό χαρακτήρα, γ. την εσωτερική βιωματικότητα)