corcoril

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Παλαιά γαλλικά (fro)[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

corcoril αρσενικό

  1. (ζωολογία) ο κροκόδειλος (→ δείτε τη λέξη: cocatris)