κροκόδειλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κροκόδειλος κροκόδειλοι
γενική κροκόδειλου κροκόδειλων
αιτιατική κροκόδειλο κροκόδειλους
κλητική κροκόδειλε κροκόδειλοι
κροκόδειλοι του Νείλου

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κροκόδειλος < αρχαία ελληνική κροκόδειλος > κρόκηχαλίκι ή βότσαλο + δρῖλος "σκουλήκι ή είδος σαύρας". Λόγω του ότι το φολιδωτό δέρμα του ερπετού μοιάζει με παραποτάμια βότσαλα (στρόγγυλες μικρές πέτρες)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɾɔ.'kɔ.ði.lɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κροκόδειλος αρσενικό

  1. (ερπετολογία) αμφίβιο σαρκοβόρο ερπετό που ανήκει στην τάξη των μεγάλων ερπετών και την οικογένεια των κροκοδειλιδών· έχει σκληρό φολιδωτό δέρμα και πανίσχυρες επιμήκεις σιαγόνες
  2. το δέρμα αυτού του ερπετού ως πρώτη ύλη για την κατασκευή δερμάτινων αντικειμένων

Open book 01.svg Έκφραση[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]