βότσαλο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βότσαλο βότσαλα
γενική βότσαλου βότσαλων
αιτιατική βότσαλο βότσαλα
κλητική βότσαλο βότσαλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βότσαλο < ιταλική bozzolo < μεσαιωνική ελληνική βήσσαλον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βότσαλο ουδέτερο

  1. μικρή πέτρα που την έχει στρογγυλέψει και λειάνει το νερό της θάλασσας, λίμνης ή ποταμού

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενείς λέξεις

χαλίκι, κροκάλα.