κροκάλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κροκάλα κροκάλες
γενική κροκάλας κροκαλών
αιτιατική κροκάλα κροκάλες
κλητική κροκάλα κροκάλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κροκάλα < αρχαία ελληνική κροκάλη > (αρχ. ελληνικό κρόκος που σημαίνει χαλίκι) (ακρογιαλιά, παραλία)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κροκάλα θηλυκό

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]