κροκάλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κροκάλα κροκάλες
γενική κροκάλας κροκαλών
αιτιατική κροκάλα κροκάλες
κλητική κροκάλα κροκάλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κροκάλα < αρχαία ελληνική κροκάλη < κρόκη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κροκάλα θηλυκό

  1. πέτρα με στρογγυλεμένες άκρες που βρίσκεται συνήθως σε ποτάμια, λίμνες ή παραθαλάσσιες περιοχές
  2. πελεκημένη πέτρα πρισματικού σχήματος με επίπεδη άνω επιφάνεια που χρησιμοποιείται για την κατασκευή του καταστρώματος δρόμων

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]