κρόκη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κρόκη κρόκες
γενική κρόκης κροκών
αιτιατική κρόκη κρόκες
κλητική κρόκη κρόκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρόκη < αρχαία ελληνική κρόκη < κρέκω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κρόκη θηλυκό

  1. το υφάδι, το νήμα που περνάει από το στημόνι ενός αργαλειού μαζί με τη σαΐτα
  2. κλωστή ή ύφασμα σε κόκκινο ή λευκό χρώμα που έδεναν στο χέρι ή το πόδι οι συμμετέχοντες στα Ελευσίνια Μυστήρια

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κρόκη κρόκα κρόκαι
Γενική κρόκης κρόκαιν κροκῶν
Δοτική κρόκ κρόκαιν κρόκαις
Αιτιατική κρόκην κρόκα κρόκας
Κλητική κρόκη κρόκα κρόκαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρόκη < κρέκω

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

κρόκη θηλυκό

  1. το υφάδι, το νήμα που περνάει από το στημόνι ενός αργαλειού μαζί με τη σαΐτα
  2. (κατ’ επέκταση) νήμα, κλωστή
  3. κομμάτι από μάλλινο ύφασμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

κρόκη θηλυκό