υφάδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υφάδι υφάδια
γενική υφαδιού υφαδιών
αιτιατική υφάδι υφάδια
κλητική υφάδι υφάδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υφάδι < (μεσαιωνική ελληνική) ὑφάδιον < αρχαία ελληνική ὑφή + κατάληξη υποκοριστικού -άδιον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υφάδι ουδέτερο και φάδι

  1. το νήμα που υφαίνεται στον υφαντικό ιστό, εγκάρσια προς το στημόνι (Σ' ένα ύφασμα, το υφάδι είναι καθετο προς την ούγια του, ενώ το στημόνι "τρέχει" παράλληλα με την ούγια)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]