στημόνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στημόνι στημόνια
γενική στημονιού στημονιών
αιτιατική στημόνι στημόνια
κλητική στημόνι στημόνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στημόνι < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στημόνι ουδέτερο

  1. παράλληλες κλωστές που είναι η βάση πλεξίματος αργαλειού μικρού ή μεγάλου για την δημιουργία έργων λαϊκής τέχνης (πχ. χαλιών)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]