σαΐτα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σαΐτα σαΐτες
γενική σαΐτας σαϊτών
αιτιατική σαΐτα σαΐτες
κλητική σαΐτα σαΐτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαΐτα < μεσαιωνική ελληνική σαΐτα < σαγίτα < λατινικά sagitta

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σαΐτα θηλυκό

  1. βέλος
  2. χάρτινο αεροπλάνο που δημιουργείται από οποιοδήποτε παραλληλόγραμμο χαρτί, διπλώνοντάς το κατάλληλα
  3. (ερπετολογία) είδος φιδιού

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]