σαΐτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σαΐτα οι σαΐτες
      γενική της σαΐτας των σαϊτών
    αιτιατική τη σαΐτα τις σαΐτες
     κλητική σαΐτα σαΐτες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαΐτα < μεσαιωνική ελληνική σαΐτα < σαγίτα < λατινικά sagitta

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σαΐτα θηλυκό

  1. βέλος
  2. χάρτινο αεροπλάνο που δημιουργείται από οποιοδήποτε παραλληλόγραμμο χαρτί, διπλώνοντάς το κατάλληλα
  3. (ερπετολογία) είδος φιδιού

Μεταφράσεις[επεξεργασία]