Μετάβαση στο περιεχόμενο

σαΐτα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σαΐτα οι σαΐτες
      γενική της σαΐτας των σαϊτών
    αιτιατική τη σαΐτα τις σαΐτες
     κλητική σαΐτα σαΐτες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Σαΐτα, χάρτινο αεροπλάνο

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σαΐτα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σαΐτα < σαγίτα < λατινική sagitta (βέλος) [1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /saˈi.ta/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σαΐτα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σαΐτα θηλυκό

  1. το βέλος
  2. το χάρτινο αεροπλανάκι που δημιουργείται από οποιοδήποτε παραλληλόγραμμο χαρτί, διπλώνοντάς το κατάλληλα
  3. (φίδι) είδος πολύ γρήγορου, μικρού, μη δηλητηριώδους φιδιού (Platyceps najadum)
  4. κάποιος πολύ γρήγορος (σαν σαΐτα)
      Σαΐτα ήταν ο Θανασάκης κι αν δεν έπεφτε εκεί μέσα στους Στύλους, ούτε που θα τον έπιανε. Ανελέητος ο κούτσαβος, τον γράπωσε και του 'σπασε το σβέρκο. (Ελένη Πριοβόλου, Όπως ήθελα να ζήσω, εκδ. Καστανιώτη, 2011)

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σαΐτα < σαγίτα με αποβολή του μεσοφωνηεντικού φθόγγου [ʝ][1] < λατινική sagitta (βέλος) [2]


ζητούμενο λήμμα

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. σαΐτα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.