Μετάβαση στο περιεχόμενο

μεσοφωνηεντικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μεσοφωνηεντικός η μεσοφωνηεντική το μεσοφωνηεντικό
      γενική του μεσοφωνηεντικού της μεσοφωνηεντικής του μεσοφωνηεντικού
    αιτιατική τον μεσοφωνηεντικό τη μεσοφωνηεντική το μεσοφωνηεντικό
     κλητική μεσοφωνηεντικέ μεσοφωνηεντική μεσοφωνηεντικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μεσοφωνηεντικοί οι μεσοφωνηεντικές τα μεσοφωνηεντικά
      γενική των μεσοφωνηεντικών των μεσοφωνηεντικών των μεσοφωνηεντικών
    αιτιατική τους μεσοφωνηεντικούς τις μεσοφωνηεντικές τα μεσοφωνηεντικά
     κλητική μεσοφωνηεντικοί μεσοφωνηεντικές μεσοφωνηεντικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μεσοφωνηεντικός < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα μεσοφωνηεντικός < μεσο- + φωνηεντικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική intervocalique.[1][2]. Μορφολογικά αναλύεται σε μεσο- + φωνηεντ- + -ικός.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /me.so.fo.ni.en.diˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μεσοφωνηεντικός

Επίθετο

[επεξεργασία]

μεσοφωνηεντικός, -ή, -ό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. μεσοφωνηεντικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. μεσοφωνηεντικός - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)